PS WEB SOLUTION ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕΕΕΕ!!!!!: Γρηγόρης Αυξεντίου (03.03.1928 – 03.03.1957)

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Γρηγόρης Αυξεντίου (03.03.1928 – 03.03.1957)

Share This To YourBlog.biz

Ο Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου (1928-1957) ήταν Κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59 εναντίον της Αγγλικής κατοχής. Ήταν δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, και σκοτώθηκε από τους Άγγλους σε μάχη που δόθηκε κοντά στο Μοναστήρι Μαχαιρά. Κατά τη διάρκεια του αγώνα ήταν κυρίως γνωστός με το ψευδώνυμο Ζήδρος, ενώ εκ των υστέρων ονομάστηκε «Σταυραετός του Μαχαιρά».



Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Μπαίνοντας στον αγώνα του δόθηκαν τα εξής ψευδώνυμα: «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος». Αγωνίστηκε σκληρά στην αντίσταση κατά των Άγγλων και πολύ γρήγορα του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.[3]
Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κυρηνείας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που έπεσε μαχόμενος.
Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα βρίσκεται στην καρδιά του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή.
Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του Αυξεντίου, το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και την τεχνική βοήθεια του Σπύρου Μιχαηλίδη.
Οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και τον είχαν επικηρύξει με το ποσό των 250 λιρών. Κρυφά παντρεύτηκε την Βασιλική μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10 Ιουνίου 1955. Ποτέ οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν να πιάσουν το «Ζήδρο». Κάποτε μεταμφιέστηκε σε καλόγερο στο μοναστήρι του Μαχαιρά, κοντά στο οποίο ήταν και το κρησφύγετό του. Πλησιάζοντας οι Άγγλοι στο μοναστήρι δεν έχασε το κουράγιο του και μεταμφιεσμένος πέρασε τους Άγγλους χωρίς να τον αναγνωρίσουν.


Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Άγγλους έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα φυλακισμένα μνήματα» από τους Άγγλους στρατιώτες από φόβο λαϊκών εκδηλώσεων[4]. Πολλοί Έλληνες και ξένοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου και έγραψαν ποιήματα προς τιμήν του, το σημαντικότερο εκ των οποίων Ο Αποχαιρετισμός του Γιάννη Ρίτσου.

Αποχαιρετισμός

Γιάννης Ρίτσος

Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη
για μας και για όλους.
Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ' ένα χαμόγελο.

........................................................................
Με τούτη την αγάπη, λέω, πως μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί
θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα - ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός,
ο καμένος, ο πέτρινος,
με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε
κείνους που φέρνουν τ' άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
Τούτη είναι η εντολή μου -
μ' όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.

Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο.
Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας απ' το μεδούλι μου.
Θυμάμαι -
καλοκαιριάτικο σούρουπο ήταν -
σταμάτησα τ' αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα.
Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό.
" Φχαριστώ γιαγιά ", της είπα. " Καλή λευτεριά, γιε μου ", αποκρίθηκε.
" Καλή λευτεριά, γιαγιά " της ξανάπα - κι ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μου΄βγαλε το κασκέτο και μου σφούγγισε με το χέρι της
το κούτελό μου.( Ξέρετε, κι οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. )
Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ' όλους.
Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ).
Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον.
" Άντε γεια σου γιαγιά.
Καλή λευτεριά, το λοιπόν " -
κι έτριψα λίγο τα μάτια μου
- έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος
της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.

Κι όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο φώτα μου( γιατί
έφεγγε ακόμα )
ένιωθα ν' ανεβαίνω με τ' αμάξι μου,
μαζί κι ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας
βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ' το αργό φεγγαρόφωτο,
ένιωθα ν' ανεβαίνω ίσα στον ουρανό
κι ένιωσα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,
σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο,
το φεγγάρι κρεμασμένο μ' ένα σπάγκο απ' το λαιμό μου,
να μου δροσίζει την καρδιά
και λίγο - λίγο να ζεσταίνεται και ν' αχνίζει στον κόρφο μου.

Κι έλεγα μέσα μου :δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς
στην τσέπη,
μήτε το ψωμί και το φιλί, - δε φτάνει.
Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ' την καθημερνή την έγνοια του.
Κι έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει από την έγνοια του για το ψωμί
κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του,
από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα,
απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας, στο ξεσκλάβωμα του κόσμου,
ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό,
ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του,
ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο.
Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.
Πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό.
Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της
βλέπει ολόισα τον ήλιο.
Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος
που θα τον νιώσω πάλι δροσερό,
καθώς θα με περνάνε,( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι)
- θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο
να μου δροσίζει το καμένο στήθος,
κι έτσι λίγο - λίγο
να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν' αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Απόσπασμα)



Ο Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου (1928-1957) ήταν Κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59 εναντίον της Αγγλικής κατοχής. Ήταν δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, και σκοτώθηκε από τους Άγγλους σε μάχη που δόθηκε κοντά στο Μοναστήρι Μαχαιρά. Κατά τη διάρκεια του αγώνα ήταν κυρίως γνωστός με το ψευδώνυμο Ζήδρος, ενώ εκ των υστέρων ονομάστηκε «Σταυραετός του Μαχαιρά».



Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Μπαίνοντας στον αγώνα του δόθηκαν τα εξής ψευδώνυμα: «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος». Αγωνίστηκε σκληρά στην αντίσταση κατά των Άγγλων και πολύ γρήγορα του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.[3]
Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κυρηνείας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που έπεσε μαχόμενος.
Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα βρίσκεται στην καρδιά του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή.
Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του Αυξεντίου, το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και την τεχνική βοήθεια του Σπύρου Μιχαηλίδη.
Οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και τον είχαν επικηρύξει με το ποσό των 250 λιρών. Κρυφά παντρεύτηκε την Βασιλική μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10 Ιουνίου 1955. Ποτέ οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν να πιάσουν το «Ζήδρο». Κάποτε μεταμφιέστηκε σε καλόγερο στο μοναστήρι του Μαχαιρά, κοντά στο οποίο ήταν και το κρησφύγετό του. Πλησιάζοντας οι Άγγλοι στο μοναστήρι δεν έχασε το κουράγιο του και μεταμφιεσμένος πέρασε τους Άγγλους χωρίς να τον αναγνωρίσουν.


Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Άγγλους έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα φυλακισμένα μνήματα» από τους Άγγλους στρατιώτες από φόβο λαϊκών εκδηλώσεων[4]. Πολλοί Έλληνες και ξένοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου και έγραψαν ποιήματα προς τιμήν του, το σημαντικότερο εκ των οποίων Ο Αποχαιρετισμός του Γιάννη Ρίτσου.

Αποχαιρετισμός

Γιάννης Ρίτσος

Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη
για μας και για όλους.
Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ' ένα χαμόγελο.

........................................................................
Με τούτη την αγάπη, λέω, πως μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί
θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα - ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός,
ο καμένος, ο πέτρινος,
με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε
κείνους που φέρνουν τ' άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
Τούτη είναι η εντολή μου -
μ' όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.

Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο.
Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας απ' το μεδούλι μου.
Θυμάμαι -
καλοκαιριάτικο σούρουπο ήταν -
σταμάτησα τ' αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα.
Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό.
" Φχαριστώ γιαγιά ", της είπα. " Καλή λευτεριά, γιε μου ", αποκρίθηκε.
" Καλή λευτεριά, γιαγιά " της ξανάπα - κι ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μου΄βγαλε το κασκέτο και μου σφούγγισε με το χέρι της
το κούτελό μου.( Ξέρετε, κι οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. )
Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ' όλους.
Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ).
Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον.
" Άντε γεια σου γιαγιά.
Καλή λευτεριά, το λοιπόν " -
κι έτριψα λίγο τα μάτια μου
- έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος
της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.

Κι όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο φώτα μου( γιατί
έφεγγε ακόμα )
ένιωθα ν' ανεβαίνω με τ' αμάξι μου,
μαζί κι ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας
βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ' το αργό φεγγαρόφωτο,
ένιωθα ν' ανεβαίνω ίσα στον ουρανό
κι ένιωσα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,
σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο,
το φεγγάρι κρεμασμένο μ' ένα σπάγκο απ' το λαιμό μου,
να μου δροσίζει την καρδιά
και λίγο - λίγο να ζεσταίνεται και ν' αχνίζει στον κόρφο μου.

Κι έλεγα μέσα μου :δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς
στην τσέπη,
μήτε το ψωμί και το φιλί, - δε φτάνει.
Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ' την καθημερνή την έγνοια του.
Κι έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει από την έγνοια του για το ψωμί
κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του,
από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα,
απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας, στο ξεσκλάβωμα του κόσμου,
ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό,
ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του,
ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο.
Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.
Πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό.
Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της
βλέπει ολόισα τον ήλιο.
Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος
που θα τον νιώσω πάλι δροσερό,
καθώς θα με περνάνε,( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι)
- θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο
να μου δροσίζει το καμένο στήθος,
κι έτσι λίγο - λίγο
να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν' αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Απόσπασμα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου