PS WEB SOLUTION ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕΕΕΕ!!!!!: Σ ι ω π ή ..........

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Σ ι ω π ή ..........

Share This To YourBlog.biz

Από την δημιουργική σκέψη του αγαπημένου Σπαρτάκου:Σ ι ω π ή ..........



Σου μιλούσα, προσπαθώντας να σε κάνω να καταλάβεις , την δική μου α-λήθεια.

Σου μιλούσα πιστεύοντας, πως αυτή η αλήθεια – η δική μου αλήθεια - , ήταν η μοναδική.

Η μοναδική, η αδιαμφισβήτητη,  η  περικλείουσα την Οικουμενική Σοφία.


Ετσι πίστευα, γι αυτό συγχώρεσέ με.Συγχώρεσέ με Δέσποινα,

γιατί αγνές ήσαν , οι προθέσεις μου.Δεν είχαν δόλο,ούτε και ιδιοτέλεια είχαν.

Με κοίταζες , μ’ένα αδιόρατο , μ’ένα αμφίσημο χαμόγελο. Μ’ένα χαμόγελο γεμάτο

κατανόηση -ίσως και οίκτο ; – μ’ένα χαμόγελο βασανιστικό στη δυσκολία του,να γίνει

ερμηνεύσιμο. Μ’ένα χαμόγελο,που ήταν και δεν ήταν τέτοιο.  Πάντως του λόγου μου,

σαν χαμόγελο το είδα.

Και σου μιλούσα και σου μιλούσα. Μέρες και νύχτες , βδομάδες, μήνες και χρόνια.

Με το φώς της μέρας σ’έβλεπα ,  τις νύχτες  δεν μπορούσα να σε  δώ.

Ομως σ’αισθανόμουν.  Μέσα απ’τ’ανοιχτό παράθυρο, οι  χορευτικές κινήσεις

της κουρτίνας, έστελναν τους νυχτερινούς αέρηδες στο κορμί σου κι αυτοί αφού

σε θώπευαν λατρευτικά, μού’φερναν  τ’άρωμά σου. Και συνέχιζα να σου μιλάω,

αισθανόμενος πως ήσουν πλάι μου. Σε φώναζα Δέσποινα, χωρίς να ξέρω,άν ήταν

πράγματι αυτό , το όνομά σου. Κάποια μέρα φθινόπωρου, το χαμόγελό σου έγινε

ακόμη πιό μυστηριακό,ακόμη πιό δυσερμήνευτο. Θαρρείς κι εγκατέλειψε τα κόκκινά

σου χείλη κι ήρθε κι απλώθηκε , στα φωτεινά σου μάτια. Κι αυτά τα μάτια τα  κάρφωσες

κάπου πολύ μακρυά, έξω απ’τ’ορθάνοιχτο το παραθύρι. Προσπάθησα γεμάτος αγωνία,

ν’ακολουθήσω το βλέμμα σου. Ενας λυγμός,έφραζε το λαιμό μου κι ένας αδυσώπητος πυρετός,

μου έκαιγε τα σωθικά. Αρχισα να τρέμω  από μιάν απελπισία ,που μου ήταν ολότελα αδύνατον,

να δαμάσω. Και τότε σήκωσες  ανάλαφρα τα βλέφαρα, θέλοντας να μου δείξεις, ΠΟΥ κοιτούσες.

Πέρασαν ώρες, κόντευε πλέον να νυχτώσει, όταν επιτέλους το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη σου,

θέλοντας μ’αυτόν τον τρόπο να μου δείξεις,πως επιτέλους εντόπισα,το σημείο όπου κοιτούσες.

Κι αυτό που κοιτούσες, δεν ήταν άλλο, από ένα ταπεινό Νεκροταφείο,στην άκρια της πόλης.

Τώρα έβλεπα καθαρά, τον ανεπαίσθητο χορό των κυπαρισιών, έβλεπα την εκτυφλωτική

λευκότητα της ταπεινής του μάντρας, είχα την αίσθηση, πως μύριζα λιβάνι. Τότε με μιά

κίνηση αργή, έφερες το δάχτυλο στο στόμα σου,θέλοντας να μου δηλώσεις την ΣΙΩΠΗ.

Με το άλλο σου χέρι, μου χάιδεψες τα παγωμένα χέρια μου.Κάτι ψιθύρισες,μα δεν

κατάφερα να σε ακούσω. Κι άρχισα να κλαίω και να σου λέω :” Δέσποινα,Δέσποινα,

δεν καταλαβαίνω. Βοήθα με  Δέσποινα,πνίγομαι’’. Τότε σύ μου αποκρίθηκες γλυκά,

με  μητρική στοργή γεμάτη, ‘’ Φίλε μου, εκεί βρίσκεται η αλήθεια.Στους σιωπηλούς,

του Νεκροταφείου. Η αιώνια ΣΙΩΠΗ  τους, είναι η πιό έυγλωττη ΣΙΩΠΗ.  Μιά ΣΙΩΠΗ,

που τα λέει όλα.Αρκεί να ξέρεις,να τα ερμηνεύσεις.Και να ξέρεις φίλε μου,

πως όλοι   τους μα όλοι , είχαν δίκηο. Καθένας, με τον τρόπο πού’βλεπε τα πράγματα,

όσο ζούσε’’.

Σέβας, ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ.

Από την δημιουργική σκέψη του αγαπημένου Σπαρτάκου:Σ ι ω π ή ..........



Σου μιλούσα, προσπαθώντας να σε κάνω να καταλάβεις , την δική μου α-λήθεια.

Σου μιλούσα πιστεύοντας, πως αυτή η αλήθεια – η δική μου αλήθεια - , ήταν η μοναδική.

Η μοναδική, η αδιαμφισβήτητη,  η  περικλείουσα την Οικουμενική Σοφία.


Ετσι πίστευα, γι αυτό συγχώρεσέ με.Συγχώρεσέ με Δέσποινα,

γιατί αγνές ήσαν , οι προθέσεις μου.Δεν είχαν δόλο,ούτε και ιδιοτέλεια είχαν.

Με κοίταζες , μ’ένα αδιόρατο , μ’ένα αμφίσημο χαμόγελο. Μ’ένα χαμόγελο γεμάτο

κατανόηση -ίσως και οίκτο ; – μ’ένα χαμόγελο βασανιστικό στη δυσκολία του,να γίνει

ερμηνεύσιμο. Μ’ένα χαμόγελο,που ήταν και δεν ήταν τέτοιο.  Πάντως του λόγου μου,

σαν χαμόγελο το είδα.

Και σου μιλούσα και σου μιλούσα. Μέρες και νύχτες , βδομάδες, μήνες και χρόνια.

Με το φώς της μέρας σ’έβλεπα ,  τις νύχτες  δεν μπορούσα να σε  δώ.

Ομως σ’αισθανόμουν.  Μέσα απ’τ’ανοιχτό παράθυρο, οι  χορευτικές κινήσεις

της κουρτίνας, έστελναν τους νυχτερινούς αέρηδες στο κορμί σου κι αυτοί αφού

σε θώπευαν λατρευτικά, μού’φερναν  τ’άρωμά σου. Και συνέχιζα να σου μιλάω,

αισθανόμενος πως ήσουν πλάι μου. Σε φώναζα Δέσποινα, χωρίς να ξέρω,άν ήταν

πράγματι αυτό , το όνομά σου. Κάποια μέρα φθινόπωρου, το χαμόγελό σου έγινε

ακόμη πιό μυστηριακό,ακόμη πιό δυσερμήνευτο. Θαρρείς κι εγκατέλειψε τα κόκκινά

σου χείλη κι ήρθε κι απλώθηκε , στα φωτεινά σου μάτια. Κι αυτά τα μάτια τα  κάρφωσες

κάπου πολύ μακρυά, έξω απ’τ’ορθάνοιχτο το παραθύρι. Προσπάθησα γεμάτος αγωνία,

ν’ακολουθήσω το βλέμμα σου. Ενας λυγμός,έφραζε το λαιμό μου κι ένας αδυσώπητος πυρετός,

μου έκαιγε τα σωθικά. Αρχισα να τρέμω  από μιάν απελπισία ,που μου ήταν ολότελα αδύνατον,

να δαμάσω. Και τότε σήκωσες  ανάλαφρα τα βλέφαρα, θέλοντας να μου δείξεις, ΠΟΥ κοιτούσες.

Πέρασαν ώρες, κόντευε πλέον να νυχτώσει, όταν επιτέλους το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη σου,

θέλοντας μ’αυτόν τον τρόπο να μου δείξεις,πως επιτέλους εντόπισα,το σημείο όπου κοιτούσες.

Κι αυτό που κοιτούσες, δεν ήταν άλλο, από ένα ταπεινό Νεκροταφείο,στην άκρια της πόλης.

Τώρα έβλεπα καθαρά, τον ανεπαίσθητο χορό των κυπαρισιών, έβλεπα την εκτυφλωτική

λευκότητα της ταπεινής του μάντρας, είχα την αίσθηση, πως μύριζα λιβάνι. Τότε με μιά

κίνηση αργή, έφερες το δάχτυλο στο στόμα σου,θέλοντας να μου δηλώσεις την ΣΙΩΠΗ.

Με το άλλο σου χέρι, μου χάιδεψες τα παγωμένα χέρια μου.Κάτι ψιθύρισες,μα δεν

κατάφερα να σε ακούσω. Κι άρχισα να κλαίω και να σου λέω :” Δέσποινα,Δέσποινα,

δεν καταλαβαίνω. Βοήθα με  Δέσποινα,πνίγομαι’’. Τότε σύ μου αποκρίθηκες γλυκά,

με  μητρική στοργή γεμάτη, ‘’ Φίλε μου, εκεί βρίσκεται η αλήθεια.Στους σιωπηλούς,

του Νεκροταφείου. Η αιώνια ΣΙΩΠΗ  τους, είναι η πιό έυγλωττη ΣΙΩΠΗ.  Μιά ΣΙΩΠΗ,

που τα λέει όλα.Αρκεί να ξέρεις,να τα ερμηνεύσεις.Και να ξέρεις φίλε μου,

πως όλοι   τους μα όλοι , είχαν δίκηο. Καθένας, με τον τρόπο πού’βλεπε τα πράγματα,

όσο ζούσε’’.

Σέβας, ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ.

1 σχόλιο:

  1. Σπάρτακε λογοτεχνίζεις επικίνδυνα ...και μ' αρέσει ;)

    Γιάννης Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή