PS WEB SOLUTION ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕΕΕΕ!!!!!: Στην πυρά οι «αλήθειες» για τις κεντρικές τράπεζες

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Στην πυρά οι «αλήθειες» για τις κεντρικές τράπεζες

Share This To YourBlog.biz

Το μέλλον των κεντρικών τραπεζών θέτει επί τάπητος ο Martin Wolf των FT, με φόντο τις πρωτοφανείς αλλαγές που επέφερε η χρηματοοικονομική κρίση και η οποία κατέρριψε όλες τις «αλήθειες» σχετικά με τους ρυθμιστές της νομισματικής πολιτικής.“Ποιο είναι το μέλλον των κεντρικών τραπεζών” διερωτάται ο αρθρογράφος των Financial Times, Martin Wolf.

Σίγουρα θα είναι πολυάσχολο, γιατί τώρα πρέπει να πετύχουν νομισματική αλλά και χρηματοοικονομική σταθερότητα. Επίσης θα είναι αντικρουόμενο, καθώς οι αποφάσεις που καλούνται να λάβουν θα έχουν τεράστιο αντίκτυπο όσον αφορά τη διανομή του εισοδήματος, την πρόσβαση στην χρηματοδότηση, αλλά και στην φερεγγυότητα των κρατών, σημειώνει ο Wolf.


Πριν την κρίση, η άνοδος των εξελιγμένων και σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων, οδήγησε στο να θεωρηθεί ότι ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών ως θεματοφύλακες της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ήταν περιττός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα,  οι κεντρικοί τραπεζίτες να καταστούν οι ιερείς μίας νομισματικής πολιτικής με στόχο τον χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό.


Η κρίση και οι αλλαγές στις κεντρικές τράπεζες


Όμως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Οι κεντρικές τράπεζες παραμένουν πιστές στη «θρησκεία» της σταθερότητας των τιμών, παρά το γεγονός ότι μερίδα οικονομολόγων έχει εκφράσει αιρετικές σκέψεις σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης  του πληθωρισμού. Ωστόσο οι κεντρικές τράπεζες άλλαξαν τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία.


Ένα άμεσο αποτέσμα της κρίσης, αποτελεί η πρακτική αλλαγή.  Οι κεντρικές τράπεζες βρέθηκαν σε μια πρωτοφανή κατάσταση χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής,  μέσω των πολύ χαμηλών επιτοκίων, αλλά και μέσω των τεράστιων επεκτάσεων στους ισολογισμούς τους.  Αναμεσα στις κεντρικές τράπεζες, είναι εμφανές ότι η πιο καινοτόμος υπήρξε η Federal Reserve των ΗΠΑ. Ωστόσο έκπληξη προκάλεσε και η καινοτομία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.


Η μεγάλη επέκταση στους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών θεωρείται προάγγελος του πληθωρισμού. Οι καταθέτες που περιμένουν να ζήσουν από τις αποταμιεύσεις τους, εξοργίζονται από τα  χαμηλά επιτόκια, ενώ όλος ο κόσμος σχεδόν είναι εξοργισμένος με την διάσωση των τραπεζών. Γι όλους αυτούς περνά απρατήρητο το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες έσωσαν την παγκόσμια οικονομία από μία δεύτερη μεγάλη ύφεση. Κι αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τα εύσημα επειδή απέτρεψε έναν υποθετικό κίνδυνο. Ανιθέτως, θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν απαξιωθεί περαιτέρω.


Όσον αφορά την αλλαγή στην θεωρία των κεντρικών τραπεζών, αυτή οφείλεται έμμεσα στην κρίση.  Κι αυτό γιατί η λίστα με τις υποθέσεις που αποδείχθηκαν λανθασμένες είναι πολύ μεγάλη. Κάποιες από αυτές είναι ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα έχει τη δυνατότητα αυτοσταθεροποίησης, ότι οι διοικήσεις των τραπεζών θα αποδειχθούν πιο ικανές, ότι η χρηματοοικονομική καινοτομία θα βελτιώσει την διαχείριση κινδύνου, ότι ο χαμηλός και σταθερός πληθωρισμός εγγυάται την οικονομική σταθερότητα.


Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Wolf, οι παραπάνω  «αλήθειες» κάηκαν στην πυρά. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κεντρικές τράπεζες κάνουν  περισσότερα, έχοντας στη διάθεσή τους λιγότερο πολιτικό κεφάλαιο. Σε μια προσπάθεια απόδοσης δικαιοσύνης, ο Wolf σημειώνει ότι δεν έχουν βρεθεί όλες οι κεντρικές τράπεζες  αντιμέτωπες με την αποτυχία.


Για παράδειγμα, οι κεντρικές τράπεζες του Καναδά και της Σουηδίας, έχουν ψηλά το κεφάλι. Όμως σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι ένα τυχαίο συμβάν. Οι χώρες αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με την κρίση τη δεκαετία του ’90. Όπως προειδοποίησε ο Hyman Minsky, ο εφησυχασμός γεννά υπερβολές και κρίση.


Απόσυρση της στήριξης;


Ο αρθρογράφος των FT, εκτιμά ότι άμεσο καθήκον είναι η διαχείριση της εξόδου από την παρεμβατική πολιτική. Οι επικριτές υπερεκτιμούν τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος, θεωρεί ο Wolf. Οι φόβοι για επικείμενο υπερπληθωρισμό είναι βλακώδεις. Όπως εξήγησε και ο πρόεδρος της Fed Ben Bernanke σε ομιλία του στις 13 Απριλίου, οι κεντρικές τράπεζες επέκτειναν τους ισολογισμούς τους, λόγω της κατάρρευσης των ισολογισμών στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που πρέπει να κάνει ο ύστατος δανειστής σε καταστάσεις μεγάλου πανικού κι αυτό είναι γνωστό από τον  19ο αιώνα.


Με την ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα, οι κεντρικές τράπεζες θα αντιστρέψουν την πορεία τους, πουλώντας τίτλους στην αγορά και μειώνοντας την χρηματοδότηση προς τις τράπεζες. Πρόκειται όμως για μία μακρά και ευάλωτη ανάκαμψη, ενώ ελλοχεύει ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος. Αυτός της  πρόωρης κατάργησης της επεκτατικής πολιτικής, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο υπερβολικής καθυστέρησης.


Το άρθρο των Financial Times εκτιμά ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει στην ευρωζώνη, είναι η ανεπαρκής δράση και η  πρόωρη κατάργηση των μέτρων στήριξης.


Αν όμως οι κεντρικές τράπεζες ολοκληρώσουν με επιτυχία την στρατηγική εξόδου από την επεκτακτική πολιτική, κάτι που πιθανότατα δεν θα γνωρίζουμε πριν από το 2020, οι κεντρικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν ένα νέο κόσμο.Τότε θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στον παλιό τους  ρόλο ως καθοδηγητές της νομισματικής πολιτικής και στο νέο ρόλο, ως θεματοφύλακες της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, λόγω της δεινής δημοσιονομικής κληρονομιάς που αφήνει πίσω της  η κρίση. Τα υψηλά επίπεδα του δημοσίου χρέους απειλούν με επιστροφή στη «κυριαρχία των δημοσιονομικών», όπου οι κεντρικές τράπεζες  θα αναγκαστούν να χρηματοδοτούν τις κυβερνήσεις όσο λάθος κι αν είναι αυτό, είτε το θέλουν , είτε όχι.


Από το νέο κόσμο, η δημιουργία του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν θα λείψουν και τα  σοβαρά θεσμικά προβλήματα.


Εσωτερικά, κυριαρχεί το άγχος για την εξασφάλιση της συνεργασίας που απαιτείται ανάμεσα στις δημοσιονομικές αρχές και τα σώματα που επιβλέπουν μεμονωμένους θεσμούς, την εποπτεία της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και την διαχείριση της νομισματικής πολιτικής.


Ακόμα και σε χώρες που οι τρις παραπάνω ευθύνες είναι μέλημα της κεντρικής τράπεζας, όπως στη Βρετανία, οι σχέσεις με το υπουργείο Οικονομικών θα είναι κρίσιμες. Παράλληλα,  η συγκέντρωση εξουσίας σε έναν θεσμό εμπεριέχει τον κίνδυνο της ανεπαρκούς διευθέτησης των  διαφορών, του εκμηδενισμού της ομαδικής σκέψης, ενώ ενδέχεται να οδηγήσει σε απόλυτη αποτυχία.


Μια περίπλοκη ιστορία


Όπως υποστηρίζει ο Wolf, τα δυσκολότερα προβλήματα δεν είναι τα θεσμικά, αλλά τα θεωρητικά. Στην πράξη, διερωτάται, πώς θα αλληλεπιδρούν οι πολιτικές για την χρηματοοικονομική σταθερότητα με τη νομισματική πολιτική.  


Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να ανακόψει την τάση του χρηματοοικονομικού συστήματος για νέες πολύ μεγάλες κρίσεις. Είναι αλήθεια, όσο πιο μεγάλη είναι  η επιτυχία, τόσο πιο μεγάλος θα είναι ο εφησυχασμός, αλλά και ο κίνδυνος για μία νέα μεγάλη κρίση.


Οι ρυθμιστικές αρχές, ωστόσο, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι κεντρικές τράπεζες και μάλιστα ως οι κυριότερες,  είναι καταδικασμένες να προσπαθούν. Το τίμημα των προηγούμενων αποτυχιών είναι η αύξηση της υπευθυνότητας και είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια περίπλοκη ιστορία.

sofokleous10

Το μέλλον των κεντρικών τραπεζών θέτει επί τάπητος ο Martin Wolf των FT, με φόντο τις πρωτοφανείς αλλαγές που επέφερε η χρηματοοικονομική κρίση και η οποία κατέρριψε όλες τις «αλήθειες» σχετικά με τους ρυθμιστές της νομισματικής πολιτικής.“Ποιο είναι το μέλλον των κεντρικών τραπεζών” διερωτάται ο αρθρογράφος των Financial Times, Martin Wolf.

Σίγουρα θα είναι πολυάσχολο, γιατί τώρα πρέπει να πετύχουν νομισματική αλλά και χρηματοοικονομική σταθερότητα. Επίσης θα είναι αντικρουόμενο, καθώς οι αποφάσεις που καλούνται να λάβουν θα έχουν τεράστιο αντίκτυπο όσον αφορά τη διανομή του εισοδήματος, την πρόσβαση στην χρηματοδότηση, αλλά και στην φερεγγυότητα των κρατών, σημειώνει ο Wolf.


Πριν την κρίση, η άνοδος των εξελιγμένων και σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων, οδήγησε στο να θεωρηθεί ότι ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών ως θεματοφύλακες της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ήταν περιττός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα,  οι κεντρικοί τραπεζίτες να καταστούν οι ιερείς μίας νομισματικής πολιτικής με στόχο τον χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό.


Η κρίση και οι αλλαγές στις κεντρικές τράπεζες


Όμως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Οι κεντρικές τράπεζες παραμένουν πιστές στη «θρησκεία» της σταθερότητας των τιμών, παρά το γεγονός ότι μερίδα οικονομολόγων έχει εκφράσει αιρετικές σκέψεις σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης  του πληθωρισμού. Ωστόσο οι κεντρικές τράπεζες άλλαξαν τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία.


Ένα άμεσο αποτέσμα της κρίσης, αποτελεί η πρακτική αλλαγή.  Οι κεντρικές τράπεζες βρέθηκαν σε μια πρωτοφανή κατάσταση χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής,  μέσω των πολύ χαμηλών επιτοκίων, αλλά και μέσω των τεράστιων επεκτάσεων στους ισολογισμούς τους.  Αναμεσα στις κεντρικές τράπεζες, είναι εμφανές ότι η πιο καινοτόμος υπήρξε η Federal Reserve των ΗΠΑ. Ωστόσο έκπληξη προκάλεσε και η καινοτομία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.


Η μεγάλη επέκταση στους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών θεωρείται προάγγελος του πληθωρισμού. Οι καταθέτες που περιμένουν να ζήσουν από τις αποταμιεύσεις τους, εξοργίζονται από τα  χαμηλά επιτόκια, ενώ όλος ο κόσμος σχεδόν είναι εξοργισμένος με την διάσωση των τραπεζών. Γι όλους αυτούς περνά απρατήρητο το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες έσωσαν την παγκόσμια οικονομία από μία δεύτερη μεγάλη ύφεση. Κι αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τα εύσημα επειδή απέτρεψε έναν υποθετικό κίνδυνο. Ανιθέτως, θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν απαξιωθεί περαιτέρω.


Όσον αφορά την αλλαγή στην θεωρία των κεντρικών τραπεζών, αυτή οφείλεται έμμεσα στην κρίση.  Κι αυτό γιατί η λίστα με τις υποθέσεις που αποδείχθηκαν λανθασμένες είναι πολύ μεγάλη. Κάποιες από αυτές είναι ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα έχει τη δυνατότητα αυτοσταθεροποίησης, ότι οι διοικήσεις των τραπεζών θα αποδειχθούν πιο ικανές, ότι η χρηματοοικονομική καινοτομία θα βελτιώσει την διαχείριση κινδύνου, ότι ο χαμηλός και σταθερός πληθωρισμός εγγυάται την οικονομική σταθερότητα.


Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Wolf, οι παραπάνω  «αλήθειες» κάηκαν στην πυρά. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κεντρικές τράπεζες κάνουν  περισσότερα, έχοντας στη διάθεσή τους λιγότερο πολιτικό κεφάλαιο. Σε μια προσπάθεια απόδοσης δικαιοσύνης, ο Wolf σημειώνει ότι δεν έχουν βρεθεί όλες οι κεντρικές τράπεζες  αντιμέτωπες με την αποτυχία.


Για παράδειγμα, οι κεντρικές τράπεζες του Καναδά και της Σουηδίας, έχουν ψηλά το κεφάλι. Όμως σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι ένα τυχαίο συμβάν. Οι χώρες αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με την κρίση τη δεκαετία του ’90. Όπως προειδοποίησε ο Hyman Minsky, ο εφησυχασμός γεννά υπερβολές και κρίση.


Απόσυρση της στήριξης;


Ο αρθρογράφος των FT, εκτιμά ότι άμεσο καθήκον είναι η διαχείριση της εξόδου από την παρεμβατική πολιτική. Οι επικριτές υπερεκτιμούν τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος, θεωρεί ο Wolf. Οι φόβοι για επικείμενο υπερπληθωρισμό είναι βλακώδεις. Όπως εξήγησε και ο πρόεδρος της Fed Ben Bernanke σε ομιλία του στις 13 Απριλίου, οι κεντρικές τράπεζες επέκτειναν τους ισολογισμούς τους, λόγω της κατάρρευσης των ισολογισμών στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που πρέπει να κάνει ο ύστατος δανειστής σε καταστάσεις μεγάλου πανικού κι αυτό είναι γνωστό από τον  19ο αιώνα.


Με την ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα, οι κεντρικές τράπεζες θα αντιστρέψουν την πορεία τους, πουλώντας τίτλους στην αγορά και μειώνοντας την χρηματοδότηση προς τις τράπεζες. Πρόκειται όμως για μία μακρά και ευάλωτη ανάκαμψη, ενώ ελλοχεύει ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος. Αυτός της  πρόωρης κατάργησης της επεκτατικής πολιτικής, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο υπερβολικής καθυστέρησης.


Το άρθρο των Financial Times εκτιμά ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει στην ευρωζώνη, είναι η ανεπαρκής δράση και η  πρόωρη κατάργηση των μέτρων στήριξης.


Αν όμως οι κεντρικές τράπεζες ολοκληρώσουν με επιτυχία την στρατηγική εξόδου από την επεκτακτική πολιτική, κάτι που πιθανότατα δεν θα γνωρίζουμε πριν από το 2020, οι κεντρικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν ένα νέο κόσμο.Τότε θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στον παλιό τους  ρόλο ως καθοδηγητές της νομισματικής πολιτικής και στο νέο ρόλο, ως θεματοφύλακες της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, λόγω της δεινής δημοσιονομικής κληρονομιάς που αφήνει πίσω της  η κρίση. Τα υψηλά επίπεδα του δημοσίου χρέους απειλούν με επιστροφή στη «κυριαρχία των δημοσιονομικών», όπου οι κεντρικές τράπεζες  θα αναγκαστούν να χρηματοδοτούν τις κυβερνήσεις όσο λάθος κι αν είναι αυτό, είτε το θέλουν , είτε όχι.


Από το νέο κόσμο, η δημιουργία του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν θα λείψουν και τα  σοβαρά θεσμικά προβλήματα.


Εσωτερικά, κυριαρχεί το άγχος για την εξασφάλιση της συνεργασίας που απαιτείται ανάμεσα στις δημοσιονομικές αρχές και τα σώματα που επιβλέπουν μεμονωμένους θεσμούς, την εποπτεία της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και την διαχείριση της νομισματικής πολιτικής.


Ακόμα και σε χώρες που οι τρις παραπάνω ευθύνες είναι μέλημα της κεντρικής τράπεζας, όπως στη Βρετανία, οι σχέσεις με το υπουργείο Οικονομικών θα είναι κρίσιμες. Παράλληλα,  η συγκέντρωση εξουσίας σε έναν θεσμό εμπεριέχει τον κίνδυνο της ανεπαρκούς διευθέτησης των  διαφορών, του εκμηδενισμού της ομαδικής σκέψης, ενώ ενδέχεται να οδηγήσει σε απόλυτη αποτυχία.


Μια περίπλοκη ιστορία


Όπως υποστηρίζει ο Wolf, τα δυσκολότερα προβλήματα δεν είναι τα θεσμικά, αλλά τα θεωρητικά. Στην πράξη, διερωτάται, πώς θα αλληλεπιδρούν οι πολιτικές για την χρηματοοικονομική σταθερότητα με τη νομισματική πολιτική.  


Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να ανακόψει την τάση του χρηματοοικονομικού συστήματος για νέες πολύ μεγάλες κρίσεις. Είναι αλήθεια, όσο πιο μεγάλη είναι  η επιτυχία, τόσο πιο μεγάλος θα είναι ο εφησυχασμός, αλλά και ο κίνδυνος για μία νέα μεγάλη κρίση.


Οι ρυθμιστικές αρχές, ωστόσο, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι κεντρικές τράπεζες και μάλιστα ως οι κυριότερες,  είναι καταδικασμένες να προσπαθούν. Το τίμημα των προηγούμενων αποτυχιών είναι η αύξηση της υπευθυνότητας και είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια περίπλοκη ιστορία.

sofokleous10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου